Η S&P Global Ratings επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη και βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας σε ‘BBB/A-2’ με σταθερή προοπτική, αντανακλώντας την εμπιστοσύνη της στους δημοσιονομικούς χειρισμούς και τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάκαμψη της χώρας.
Ο οίκος προβλέπει ότι η Ελλάδα θα καταγράψει δεύτερο συνεχόμενο συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2025, καθιστώντας την μία από τις ελάχιστες ανεπτυγμένες οικονομίες που θα μειώσουν το καθαρό δημόσιο χρέος σε απόλυτους όρους για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.
Η απόφαση αυτή υπογραμμίζει την αναγνώριση από τη S&P των ισχυρών μακροοικονομικών θεμελίων της Ελλάδας, της ανθεκτικής δημοσιονομικής επίδοσης και του ενισχυμένου θεσμικού πλαισίου. Ωστόσο, η έκθεση προειδοποιεί ότι οι αυξημένες εξωτερικές ανισορροπίες και οι δημογραφικές πιέσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, διατηρώντας την προοπτική ισορροπημένη ανάμεσα στις μεταρρυθμιστικές επιτυχίες και στις διαρθρωτικές αδυναμίες.
Επιτυχημένη δημοσιονομική διαχείριση
Από το 2023, η Ελλάδα επιτυγχάνει εξαιρετικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, με μέσο όρο 3,4% του ΑΕΠ, χάρη στη συνετή δημοσιονομική πολιτική, τη βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση και τον έλεγχο των τρεχουσών δαπανών. Η S&P προβλέπει για το 2025 πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,4% του ΑΕΠ — πολύ πάνω από τον αρχικό στόχο — και πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%.
Η δημοσιονομική υπεραπόδοση αποδίδεται στη δυναμική της αγοράς εργασίας, στις επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) και στα αυξημένα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος. Αν και η κυβέρνηση προχωρά σε δημοσιονομική χαλάρωση τα επόμενα χρόνια, μέσω μειώσεων φόρων και αυξήσεων συντάξεων, η S&P εκτιμά ότι θα διατηρηθεί σταθερό πρωτογενές πλεόνασμα κατά μέσο όρο 2,9% του ΑΕΠ την περίοδο 2026–2028, στηριζόμενο στην ανάπτυξη και τη συνεχή ψηφιοποίηση των δημόσιων οικονομικών.
Η πορεία του χρέους έχει βελτιωθεί αισθητά. Το καθαρό δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 131% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025 και θα υποχωρήσει κάτω από το επίπεδο της Ιταλίας το 2026, φτάνοντας στο 116% του ΑΕΠ το 2028 — μια μείωση 50 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το 2019. Η βιωσιμότητα του χρέους στηρίζεται στην πολύ μεγάλη μέση διάρκεια (18,7 έτη), στο χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης (1,3%) και στα ταμειακά αποθέματα ύψους €42 δισ. (16,8% του ΑΕΠ). Αυτοί οι παράγοντες καθιστούν την Ελλάδα από τις πιο ανθεκτικές χώρες της Ευρωζώνης έναντι κινδύνων επιτοκίων
Μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό
Η S&P προβλέπει πραγματική αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,1% το 2025, στηριζόμενη στον τουρισμό, την ιδιωτική κατανάλωση και την ανάκαμψη της βιομηχανίας μετά τη νέα εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ. Η ανάπτυξη κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025 διαμορφώθηκε στο 2%, ελαφρώς χαμηλότερα από τα προηγούμενα έτη, λόγω ασθενέστερης ζήτησης από την Ευρώπη και στασιμότητας στη βιομηχανική παραγωγή.
Ο τουρισμός παραμένει κεντρικός μοχλός της οικονομίας, με τα έσοδα να αυξάνονται κατά 12,5% σε ετήσια βάση έως τον Ιούλιο. Η αύξηση της πίστωσης προς τις επιχειρήσεις, η ενίσχυση των λιανικών πωλήσεων και η άνοδος των τιμών των ακινήτων και των μετοχών ενισχύουν την κατανάλωση. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,1% τον Αύγουστο του 2025, λιγότερο από το μισό του επιπέδου του 2019, ενώ η συμμετοχή των γυναικών και των ηλικιωμένων στο εργατικό δυναμικό αυξάνεται.
Η S&P προβλέπει μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2,2% την περίοδο 2025–2026, με κύριους μοχλούς τις επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και τις δημόσιες επενδύσεις, ενώ εκτιμά ότι η ολοκλήρωση του προγράμματος NextGenerationEU δεν θα οδηγήσει σε απότομη επιβράδυνση. Αντίθετα, η σταδιακή απεμπλοκή από το RRF και ο νέος μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός της ΕΕ (2028–2034) θα προσφέρουν στήριξη στις επενδύσεις.
Ωστόσο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν: οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, η ελλιπής ολοκλήρωση του κτηματολογίου και οι αντιλήψεις περί διαφθοράς περιορίζουν την παραγωγικότητα. Παράλληλα, η γήρανση και η συρρίκνωση του πληθυσμού — με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις πιο ηλικιωμένες χώρες της ΕΕ — αποτελούν σοβαρή πρόκληση για τη μελλοντική ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά.
Εξωτερικός Τομέας: Μικρή βελτίωση, διαρκείς ανισορροπίες
Παρά την ισχυρή δημοσιονομική εικόνα, η S&P τονίζει ότι οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν σημαντικές. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που διευρύνθηκε μετά το 2020, αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 6,6% του ΑΕΠ την περίοδο 2025–2026, προτού μειωθεί στο 5,5% το 2027–2028 καθώς περιορίζονται οι επενδυτικές εισαγωγές και ενισχύεται ο τουρισμός.
Το καθαρό εξωτερικό χρέος παραμένει υψηλό — 214% των εσόδων τρεχουσών συναλλαγών το 2024, ή 249% εξαιρουμένων των μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων — γεγονός που καθιστά τη χώρα ευάλωτη στις εξωτερικές συνθήκες χρηματοδότησης. Ωστόσο, η συμμετοχή στην Ευρωζώνη και η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ προσφέρουν προστασία έναντι κινδύνων ισοζυγίου πληρωμών.
Σύμφωνα με τη S&P, τα πρώτα σημάδια βελτίωσης είναι ορατά: η πτώση των τιμών του πετρελαίου, η μείωση των πληρωμών τόκων και η εκρηκτική άνοδος των εξαγωγών υπηρεσιών συνέβαλαν θετικά στο ΑΕΠ του πρώτου εξαμήνου. Ωστόσο, η διαρθρωτική εξάρτηση από τις εισαγωγές εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα, απαιτώντας αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και περαιτέρω εξαγωγική διαφοροποίηση.
Ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει μειωθεί 6% από το 2011
Η S&P αναγνωρίζει ότι οι θεσμικές και ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας έχουν ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα της Ελλάδας, τόσο δημοσιονομικά όσο και τραπεζικά. Ωστόσο, τονίζει ότι απαιτείται επιτάχυνση στη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η ανταγωνιστικότητα και να προσελκυστούν επενδύσεις.
Το δημογραφικό πρόβλημα παραμένει καίριο. Από το 2011, ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6%, καθιστώντας τη χώρα την τέταρτη πιο ηλικιωμένη στην ΕΕ. Οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό περιόρισαν τη δημοσιονομική πίεση, ωστόσο οι χαμηλές γεννήσεις και η μετανάστευση συνεχίζουν να ασκούν επιβάρυνση στις προοπτικές ανάπτυξης. Τα φορολογικά κίνητρα για νέες οικογένειες είναι θετική εξέλιξη, αλλά η S&P θεωρεί ότι δεν αρκούν για να ανατρέψουν τη μακροπρόθεσμη τάση.
Η ακτινογραφία των τραπεζών
Η S&P χαρακτηρίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ότι έχει εισέλθει σε νέα φάση σταθερότητας και ανάπτυξης, μετά από χρόνια αναδιάρθρωσης. Το ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) έχει υποχωρήσει στο 4,6% από άνω του 56% το 2016, χάρη στο πρόγραμμα “Ηρακλής”, τη συγκέντρωση του κλάδου και τη βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας.
Οι τράπεζες επιταχύνουν την απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs), ενισχύοντας την ποιότητα των κεφαλαίων τους, ενώ η κερδοφορία βελτιώνεται λόγω της αύξησης της πίστωσης και των περιθωρίων επιτοκίου. Η ρευστότητα παραμένει επαρκής και η ευθυγράμμιση με τα εποπτικά πρότυπα της ΕΚΤ ενισχύει τη σταθερότητα του συστήματος.
Ωστόσο, παραμένουν συστημικοί κίνδυνοι εκτός των ισολογισμών, καθώς μεγάλος όγκος NPEs έχει μεταφερθεί σε εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων, όπου οι δικαστικές καθυστερήσεις εμποδίζουν την ανάκτηση οφειλών και περιορίζουν τη δυνατότητα νέου δανεισμού. Αυτές οι καθυστερήσεις ενδέχεται να ανακόψουν τον κύκλο χρηματοδότησης και ανάπτυξης.
Συνολικά, η S&P θεωρεί ότι οι κίνδυνοι του τραπεζικού συστήματος έχουν μειωθεί σημαντικά, αν και οι θεσμικές αγκυλώσεις εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο για την πλήρη επιστροφή της τραπεζικής διαμεσολάβησης στην κανονικότητα.
Προοπτικές
Η σταθερή προοπτική που διατηρεί η S&P αντικατοπτρίζει την ισορροπία μεταξύ ισχυρής δημοσιονομικής επίδοσης και επίμονων εξωτερικών και δημογραφικών προκλήσεων.
- Αρνητικό σενάριο: Υποβάθμιση θα μπορούσε να συμβεί εάν η δημοσιονομική επίδοση επιδεινωθεί σημαντικά.
- Θετικό σενάριο: Αναβάθμιση είναι πιθανή σε περίπτωση βιώσιμης βελτίωσης των εξωτερικών δεικτών, κυρίως μέσω μείωσης της εξάρτησης από τις εισαγωγές και του εξωτερικού χρέους.
Σύμφωνα με τη S&P, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια πειθαρχημένη αλλά ευάλωτη πορεία — μια χώρα που έχει εξέλθει από την περίοδο της κρίσης και έχει εισέλθει σε φάση σταθερότητας υπό όρους. Η προσήλωση στη δημοσιονομική υπευθυνότητα, οι μεταρρυθμίσεις και η επενδυτική δυναμική δημιουργούν έναν ενάρετο κύκλο αξιοπιστίας και ανάπτυξης, παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες και το δημογραφικό παραμένουν διαρθρωτικοί περιορισμοί της ανθεκτικότητας.





























