Η ασφάλεια των κεντρικών τραπεζιτών είναι συνυφασμένη με την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών· η λογοδοσία, όμως, με την ποιότητα της δημοκρατίας και τη διαφάνεια. Συνδυαστικά, η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της ασφάλειας θέσης και ανεξαρτησίας πολιτικής και η διασφάλιση επαρκούς διαφάνειας είναι κρίσιμη για την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του θεσμού.
Η ασφάλεια θέσης και η θεσμική αυτονομία θεωρούνταν επί δεκαετίες δομικά στοιχεία του ρόλου των διοικητών κεντρικών τραπεζών. Οι μακρές θητείες, η απόσταση από τον εκλογικό κύκλο και η ανεξαρτησία των θεσμών λειτουργούσαν ως ανάχωμα απέναντι σε πολιτικές παρεμβάσεις και ευκαιριακές διώξεις. Μόνο η κατάφωρα επιλήψιμη συμπεριφορά μπορούσε, θεωρητικά, να οδηγήσει σε απομάκρυνση.
Η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών στις ΗΠΑ, την Τουρκία και άλλες περιοχές και η προσπάθεια πολιτικής εργαλειοποίησης των κεντρικών τραπεζών-ιτών στην Ευρώπη, επαναφέρει το ζήτημα των ορίων και της αποτελεσματικότητας της νομικής τους προστασίας εντός της ΕΕ, ιδιαίτερα ενόψει της ευρείας αναδιάταξης δυνάμεων στην ΕΚΤ την προσεχή διετία.
Η νέα πραγματικότητα
Το περιβάλλον έχει αλλάξει. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι κεντρικές τράπεζες ανέλαβαν πολλαπλούς ρόλους πέρα από τη σταθερότητα τιμών —από τη χρηματοπιστωτική εποπτεία έως την έκτακτη στήριξη ρευστότητας— και βρέθηκαν στο επίκεντρο πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων. Σήμερα, οι διοικητές και τα στελέχη τους κατηγορούνται για «αντιληπτές» αποτυχίες πολιτικής, ενώ αυξάνονται οι προσπάθειες αποπομπής τους πριν από τη λήξη της θητείας.
Τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν: Σχεδόν τα τρία τέταρτα των συμμετεχόντων στα Governance Benchmarks 2025 του Central Banking δηλώνουν ότι οι διοικητές τους δεν έχουν ασυλία από διώξεις, ενώ το 93,7% αναφέρει ότι μπορούν να απομακρυνθούν πριν από τη λήξη της θητείας. Έτσι, αναζωπυρώνεται η συζήτηση: χρειάζονται οι κεντρικοί τραπεζίτες ευρύτερη νομική προστασία ώστε να ασκούν απερίσπαστα τα καθήκοντά τους ή μήπως αυτό υπονομεύει τη λογοδοσία;
Η ανεξαρτησία δεν είναι… δεδομένη
Σύμφωνα με άνθρωπο με άμεση γνώση από πολυμερή θεσμό συνοψίζει τον πυρήνα: «Η νομική προστασία είναι η άλλη όψη της ανεξαρτησίας· εξασφαλίζει ότι το πολιτικό ή το δικαστικό σύστημα δεν μπορεί να επιτεθεί σε αξιωματούχους όταν λαμβάνουν μια απόφαση πολιτικής». Ο πρώην αξιωματούχος της BoE, Paul Fisher, το αποδίδει ωμά: «Η δουλειά μιας κεντρικής τράπεζας είναι να παρεμβαίνει στις αγορές και να καθορίζει τιμές. Αν το έκανε κάποιος άλλος, θα ήταν παράνομο». Για αυτό, κατά τον ίδιο, απαιτείται ασυλία από τους νόμους χειραγώγησης αγοράς και κάλυψη για τη χρήση εσωτερικής πληροφόρησης όταν υπηρετείται ο σκοπός της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και όχι προσωπικό όφελος.
Ο René Smits (Καθηγητής στο Παν. του Άμστερνταμ) σημειώνει ότι τα ευρωπαϊκά δικαστήρια «γενικά έχουν υποστηρίξει την αρχή ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να έχουν “ασυλία” από αστικές διαδικασίες», αν και ο συχνότερος όρος είναι «προστασία». Προτείνει, δε, το Δικαστήριο της ΕΕ να υιοθετεί πενταετή περίοδο παραγραφής μετά την κατάρρευση εμπορικής τράπεζας, ώστε να μη διαβρώνεται η εμπιστευτικότητα και η συνεργασία με τις εποπτικές αρχές: «Αν πούμε δημόσια τι μας είπε μια τράπεζα, καμία άλλη δεν θα μοιράζεται πια δεδομένα μαζί μας».
Τα όρια: Λογοδοσία και απαγόρευση κατάχρησης
Κανείς από τους συνομιλητές δεν υπερασπίζεται «λευκή επιταγή». Ο πρώην αναπληρωτής διοικητής της BoE John Gieve είναι ξεκάθαρος: «Δεν μπορείς να δώσεις γενική ασυλία από διώξεις μόνο και μόνο επειδή κάποιος εργάζεται στην Τράπεζα της Αγγλίας ή στη Fed». Υπενθυμίζει ότι ο ποινικός νόμος ισχύει κανονικά για εγκλήματα και ότι η προστασία πρέπει να στοχεύει σε αστικές αγωγές για τίμιες αποφάσεις πολιτικής. Η ίδια η πηγή από τον πολυμερή θεσμό θέτει το όριο: οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν μπορούν να υπερβαίνουν την εντολή πολιτικής, ούτε να τη χρησιμοποιούν για προσωπικό ή κομματικό όφελος.
Ο Fisher συμφωνεί ότι πρέπει να είναι δυνατή η αποπομπή για ανήθικες ή εγκληματικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων «προσωπικών αδικημάτων» όπως σεξουαλική παρενόχληση ή φυλετική διάκριση. Όμως προειδοποιεί για τον κίνδυνο «κυβερνήσεις να απολύουν διοικητές για πολιτικούς λόγους». Η λογοδοσία, κατά τον ίδιο, πρέπει να εξασφαλίζεται με νόμους διαφάνειας και λογοδοσία στο κοινοβούλιο, «όχι μέσω των δικαστηρίων».
Case studies
Η υπόθεση Ilmārs Rimšēvičs (Λετονία) ανέδειξε τη γραμμή: η ΕΚΤ αρχικά τον στήριξε όταν η αναστολή του κρίθηκε από το ΔΕΕ (2019) παράνομη επειδή εμπόδιζε τα καθήκοντά του στο Συμβούλιο της ΕΚΤ. Όμως μεταγενέστερη απόφαση (2021) ξεκαθάρισε ότι η ασυλία δημοσίων λειτουργών καλύπτει μόνο πράξεις στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων. Τελικά, ο Rimšēvičs καταδικάστηκε το 2023 σε έξι έτη φυλάκισης για δωροδοκία. Όπως το έθεσε ο Smits: «Το δικαστήριο έκανε διάκριση ανάμεσα σε νόμιμες τραπεζικές πράξεις και σε διαφθορά ή εύνοια προς συγκεκριμένο δανειστή».
Στην Πολωνία, ο πρωθυπουργός Donald Tusk κατηγόρησε το 2023 τον διοικητή Adam Glapiński ότι μείωσε αδικαιολόγητα τα επιτόκια προεκλογικά. Βουλευτές επιχείρησαν να τον απομακρύνουν, αλλά η κεντρική τράπεζα επικαλέστηκε την ίδια ευρωπαϊκή προστασία. Η πρόεδρος της ΕΚΤ Christine Lagarde προειδοποίησε με επιστολή ότι η ΕΚΤ μπορεί να προσφύγει εάν τεθεί θέμα ανεξαρτησίας. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας (Αύγ. 2024) έκρινε τις σχετικές διατάξεις αντισυνταγματικές· ο Glapiński παραμένει στη θέση του.
Το βρετανικό προηγούμενο: BCCI και SFO
Η υπ’ αριθμόν ένα αγωγή που μνημονεύεται στη βρετανική νομολογία είναι η BCCI. Οι εκκαθαριστές μήνυσαν την Τράπεζα της Αγγλίας για misfeasance in public office (κακοδιοίκηση δημόσιου λειτουργού), υποστηρίζοντας ότι γνώριζε τα προβλήματα και δεν ενήργησε. «Πρόκειται για αιωνόβιο αδίκημα που σημαίνει ότι ενήργησες με ανεύθυνη ανικανότητα», λέει ο Fisher. Οι διαδικασίες κράτησαν από το 1993 έως το 2006, όταν οι ενάγοντες εγκατέλειψαν την υπόθεση — «στην πράξη, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μηνύσεις την Τράπεζα της Αγγλίας για οτιδήποτε», συνοψίζει ο Gieve.
Μετά την παγκόσμια κρίση, το Serious Fraud Office διερεύνησε αν οι δημοπρασίες ρευστότητας της BoE ευνόησαν κάποιες τράπεζες. Το SFO κατέληξε ότι δεν υπήρχε υπόθεση προς εκδίκαση. Ο Gieve σχολίασε πως, παρότι η έρευνα ήταν σοβαρή, ένα διαφορετικό αποτέλεσμα «θα οδηγούσε σε παράλογες διώξεις στελεχών της BoE».
Τάσεις και συμπεράσματα πολιτικής
Η σύγχρονη πραγματικότητα δείχνει μια σαφή συρρίκνωση των θεσμικών “μαξιλαριών” που προστάτευαν τους κεντρικούς τραπεζίτες, με τη νομική τους ασυλία να περιορίζεται και τις δυνατότητες απομάκρυνσης πριν από τη λήξη των θητειών να αυξάνονται. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια ευρωπαϊκή εξειδίκευση στη νομολογία, η οποία διαχωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το καθήκον πολιτικής από την αξιόποινη πράξη ή τη διαφθορά, διατηρώντας τον σεβασμό προς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, παρατηρείται αυξανόμενη χρήση ειδικών αποζημιώσεων και ρητρών για τα στελέχη που αναλαμβάνουν τη διαχείριση κρίσεων ή εποπτικών παρεμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα χωρίς να πλήττεται η προσωπική τους ασφάλεια. Τέλος, απαιτείται η διαμόρφωση μοντέλου λογοδοσίας χωρίς ποινικοποίηση της πολιτικής, το οποίο θα αναγνωρίζει ότι η νομισματική και εποπτική δράση παράγει αναπόφευκτα «νικητές και ηττημένους», αλλά επιβάλλει η κρίση πολιτικής να μην μετατρέπεται εκ των υστέρων σε ποινική ή αστική ευθύνη — εκτός εάν αποδεικνύεται δόλος ή βαριά αμέλεια.
Επιχειρησιακή πραγματικότητα: αποφάσεις υπό πίεση
Ο Stefan Gannon (πρ. νομικός σύμβουλος, Νομισματική Αρχή Χονγκ Κονγκ) εξηγεί γιατί οι πρόνοιες είναι χρήσιμες: «Η εποπτεία σε κρίση σημαίνει ημέρες ή μήνες έντασης· η έγκαιρη εξακρίβωση όλων των κρίσιμων γεγονότων είναι απαιτητική». Χωρίς προστασία, «οι αξιωματούχοι μπορεί να φοβηθούν ότι θα θεωρηθούν προσωπικά υπεύθυνοι». Ελλείψει ρητού νόμου, κυβερνήσεις μπορούν να χορηγούν ειδικές αποζημιώσεις (specific indemnities): «Όταν ένας αξιωματούχος ορίζεται να διαχειριστεί μια πληγείσα τράπεζα, μια συγκεκριμένη αποζημίωση είναι χρήσιμη».
Ο Smits προκρίνει ευρωπαϊκή διάταξη που θα προστατεύει τις εποπτικές αποφάσεις που λαμβάνονται καλή τη πίστει και χωρίς βαριά αμέλεια — παραδέχεται, ωστόσο, ότι ο ορισμός της «καλής πίστης» είναι δύσκολος. Επιπλέον, η εμπιστευτικότητα δεδομένων που μοιράζονται οι εμπορικές τράπεζες με τις αρχές δεν πρέπει να υπονομεύεται από δικαστικές αξιώσεις, αλλιώς «οι τράπεζες θα πάψουν να μοιράζονται πληροφορίες», με κόστος για τη σταθερότητα.
Auditor’s note: Κρίσιμη ισορροπία
Το ζητούμενο δεν είναι η «ασυλία των ισχυρών», αλλά η λειτουργική ανεξαρτησία με σαφή όρια και δημόσια λογοδοσία. Ή όπως το είπε ο Fisher: «Αν κάθε φορά που μια τράπεζα αποτυγχάνει λέμε ότι υπήρξε εποπτική αποτυχία και ανοίγουμε τον δρόμο για αγωγές, οι αξιωματούχοι δεν θα μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους». Από την άλλη, ο Gieve θυμίζει το αυτονόητο: «Δεν υπάρχει χώρος για γενική ασυλία· ο ποινικός νόμος ισχύει για όλους». Ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές χαράσσεται η σημερινή ευρωπαϊκή πρακτική. Αν η ασφάλεια των κεντρικών τραπεζιτών θυσιαστεί στο βωμό της πολιτικής κυριαρχίας, τότε η αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών θα χαθεί μαζί της. Αυτό συνεπάγεται ότι οι αγορές δεν θα εμπιστεύονται τις ρυθμιστικές αρχές, θα χρησιμοποιούν το πολιτικό lobbying για να επηρεάσουν αποφάσεις νομισματικής πολιτικής και θα διαβρώσουν το πλαίσιο της σταθερότητας. Η δυναμική αυτή οδηγεί αναπόδραστα σε… ζούγκλα.































