Το πολυεπίπεδο πλέγμα κινδύνων που καλείται να διαχειριστεί η ελληνική οικονομία σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό. Παρά την εικόνα σταθερότητας που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια, οι προκλήσεις που αναδεικνύει η Τριμηνιαία Έκθεση Οκτωβρίου 2025 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ) αποτυπώνουν ένα τοπίο όπου η ανθεκτικότητα θα κριθεί από λεπτές ισορροπίες.
Η ανάπτυξη στηρίζεται σε εύθραυστους παράγοντες που μπορούν να ανατραπούν άμεσα από διεθνείς εξελίξεις και εσωτερικές αναταράξεις. Η αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων δημιουργεί θετική δυναμική, αλλά χωρίς σταθερή παραγωγική βάση η χώρα συνεχίζει να εξαρτάται από συγκυριακές ροές. Το 2,2% που εκτιμάται για το 2025 είναι μεν θετικό, αλλά όχι αρκετό για να εξαλείψει χρόνιες ανισορροπίες.
Ο πληθωρισμός αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους. Στο 3,1% τον Αύγουστο, υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, συνεχίζει να ροκανίζει την ανταγωνιστικότητα. Οι πιέσεις στα τρόφιμα και τις υπηρεσίες πλήττουν την καθημερινότητα των νοικοκυριών και ταυτόχρονα αυξάνουν το κόστος για τις επιχειρήσεις. Χωρίς άμεση και αποτελεσματική δράση, η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε μια μόνιμη διαφορά τιμών, με συνέπειες που θα υπονομεύσουν τόσο την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών όσο και τη δυναμική των εξαγωγών της.
Το δημόσιο χρέος είναι μια ακόμη μόνιμη απειλή. Παρά την πρόοδο στη μείωσή του και την καλή δημοσιονομική εικόνα, η χώρα παραμένει η πιο επιβαρυμένη στην Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι κάθε διεθνής αναταραχή στις αγορές ομολόγων μπορεί να χτυπήσει πιο έντονα την Ελλάδα. Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι μονόδρομος, όχι μόνο για την αξιοπιστία αλλά και για τη δυνατότητα μελλοντικών παρεμβάσεων υπέρ της ανάπτυξης.
Η πολιτική διάσταση, επίσης, δεν είναι αμελητέα. Το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου η αστάθεια εκτίναξε τις αποδόσεις των ομολόγων και οδήγησε σε ιστορική υποβάθμιση από τον Fitch, δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν η πολιτική αβεβαιότητα συναντά τις αγορές. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: η σταθερότητα και η συνέπεια στη δημοσιονομική πολιτική είναι το ισχυρότερο όπλο για να μείνει η χώρα εκτός «ραντάρ» κερδοσκοπικών πιέσεων.
Οι επενδύσεις παρουσιάζουν ανοδική τάση, αλλά η βάση παραμένει χαμηλή. Η καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων και η αβεβαιότητα γύρω από το διεθνές κλίμα περιορίζουν την προοπτική διάθεσης κεφαλαίων σε μακροπρόθεσμα έργα, αφήνοντας την οικονομία εκτεθειμένη στον κίνδυνο να χάσει το παράθυρο ουσιαστικής παραγωγικής αναβάθμισης. Χωρίς σημαντική επιτάχυνση σε τομείς όπως η πράσινη μετάβαση, η ψηφιοποίηση και οι υποδομές, η οικονομία κινδυνεύει να χάσει την ευκαιρία να κεφαλαιοποιήσει το θετικό momentum.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αν και βελτιωμένο, παραμένει ελλειμματικό. Η εξάρτηση από εισαγωγές σε ενέργεια και βασικά προϊόντα διατηρεί ένα μόνιμο ρίσκο. Οποιοδήποτε σοκ στις διεθνείς αγορές μπορεί να ανατρέψει γρήγορα την ισορροπία, επηρεάζοντας τόσο την τιμή της ενέργειας όσο και το κόστος ζωής.
Ο καιρός και η κλιματική κρίση συνεχίζουν να αποτελούν απρόβλεπτη μεταβλητή για την οικονομία. Η πιθανή εμφάνιση του φαινομένου La Niña τους επόμενους μήνες απειλεί να επηρεάσει την παραγωγή βασικών αγροτικών προϊόντων και να δημιουργήσει νέες πληθωριστικές πιέσεις. Για μια χώρα που ήδη παλεύει με υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο πληθωρισμό, αυτός είναι ένας κίνδυνος που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός.
Αβεβαιότητα στις μεγάλες οικονομίες
Στο διεθνές περιβάλλον, η εικόνα είναι εξίσου σύνθετη. Οι εμπορικές αβεβαιότητες, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πιέσεις από το αυξανόμενο χρέος μεγάλων οικονομιών δημιουργούν ένα σκηνικό διαρκούς ανησυχίας. Κάθε νέα σύγκρουση, κάθε αναταραχή στις αγορές ή αναπροσαρμογή δασμών, μεταφέρεται σχεδόν αυτόματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στις μεταφορές και στις τιμές των βασικών προϊόντων. Η αλληλεξάρτηση των οικονομιών σημαίνει ότι κανένα κράτος δεν μένει ανεπηρέαστο.
Η πολιτική αστάθεια στη Γαλλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας από τον Fitch και η αύξηση των αποδόσεων στα γαλλικά ομόλογα δεν έπληξαν μόνο την ίδια τη χώρα, αλλά λειτούργησαν ως καμπανάκι για ολόκληρη την Ευρωζώνη. Όταν μια τόσο κεντρική οικονομία κλυδωνίζεται, η αβεβαιότητα διαχέεται στις αγορές και ενισχύει τον σκεπτικισμό απέναντι και σε άλλες χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους, όπως η Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων, οι πιθανές αλλαγές στην αμερικανική νομισματική πολιτική και οι εξελίξεις στην Κίνα τροφοδοτούν ένα κλίμα όπου η σταθερότητα θεωρείται επισφαλής. Για τις εξωστρεφείς οικονομίες, αυτό μεταφράζεται σε περιορισμό επενδυτικών ροών και σε αυξημένη μεταβλητότητα στις κεφαλαιαγορές. Η Ελλάδα, όσο κι αν θέλει να προβάλλει ως «ασφαλές καταφύγιο», δεν μπορεί να απομονωθεί από αυτούς τους κραδασμούς.
Το ΓΠΚΒ υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα, αν και εμφανίζεται ως «νησίδα σταθερότητας», δεν μπορεί να θεωρείται ανεπηρέαστη από τους διεθνείς κραδασμούς. Η μείωση του χρέους, η εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων, η αποφασιστική αντιμετώπιση του πληθωρισμού και η προώθηση επενδύσεων είναι οι τέσσερις πυλώνες πάνω στους οποίους πρέπει να οικοδομηθεί η ανθεκτικότητα. Αν αυτοί οι στόχοι δεν επιτευχθούν με συνέπεια, η σταθερότητα που σήμερα θεωρείται δεδομένη μπορεί να αποδειχθεί εύθραυστη και προσωρινή και να καταρρεύσει.
































