Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Nicolas Sarkozy κρίθηκε ένοχος για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση σε υπόθεση που αφορά τη φερόμενη λήψη εκατομμυρίων ευρώ από τον Muammar Gaddafi, χρήματα που φέρονται να διοχετεύθηκαν στην προεκλογική του εκστρατεία το 2007. Η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου του Παρισιού, παρότι τον αθώωσε από άλλες βαριές κατηγορίες – όπως παθητική διαφθορά και παράνομη χρηματοδότηση καμπάνιας – συνιστά σοβαρό πλήγμα για τον ίδιο και υπενθυμίζει τη διαρκή σκιά που πλανάται πάνω από την πολιτική του κληρονομιά.
Σύμφωνα με την πρόεδρο του δικαστηρίου Nathalie Gavarino, ο Sarkozy επέτρεψε σε στενούς του συνεργάτες να έρθουν σε επαφή με αξιωματούχους του Gaddafi για την εξασφάλιση χρηματοδότησης. Αν και δεν βρέθηκαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο ίδιος καρπώθηκε άμεσα τα ποσά, η ετυμηγορία επιβεβαιώνει ότι η καμπάνια του οικοδομήθηκε πάνω σε επαφές που άνοιξαν δρόμους σε παράνομη στήριξη. Ο Sarkozy, 70 ετών σήμερα, εξακολουθεί να επιμένει ότι η υπόθεση έχει πολιτικά κίνητρα και ότι οι δικαστικές αρχές τον στοχοποιούν.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2013, δύο χρόνια αφότου ο Saif al-Islam, γιος του Gaddafi, κατήγγειλε δημόσια τον Sarkozy ότι έλαβε εκατομμύρια από τη Λιβύη. Αργότερα, ο Λιβανέζος επιχειρηματίας Ziad Takieddine ισχυρίστηκε ότι είχε γραπτές αποδείξεις πως η καμπάνια του Sarkozy χρηματοδοτήθηκε «αφειδώς» με περίπου 50 εκατ. ευρώ. Οι καταγγελίες αυτές ενίσχυσαν την εικόνα μιας προεδρικής καμπάνιας που χρηματοδοτήθηκε από έναν αυταρχικό ηγέτη, ο οποίος εκείνη την περίοδο θεωρούνταν παρίας στη Δύση.
Η διάσταση του σκανδάλου δεν είναι μόνο νομική, αλλά και βαθιά πολιτική. Η υπόθεση αναδεικνύει τις σκοτεινές διαδρομές μεταξύ ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών και καθεστώτων που επεδίωκαν «ξέπλυμα» της διεθνούς τους εικόνας. Η κατηγορία ότι ο Sarkozy έδωσε στον Gaddafi υπόσχεση για στήριξη στη διεθνή σκηνή, με αντάλλαγμα πολιτικό χρήμα, θίγει την αξιοπιστία όχι μόνο του ίδιου αλλά και της γαλλικής πολιτικής τάξης.
Η Carla Bruni-Sarkozy, σύζυγος του πρώην προέδρου, κατηγορήθηκε το 2023 για απόκρυψη στοιχείων σχετικών με την υπόθεση και συνέργεια σε απάτη, κάτι που η ίδια αρνείται κατηγορηματικά. Το γεγονός ότι και το στενό οικογενειακό περιβάλλον του Sarkozy μπλέκεται δικαστικά ενισχύει τη γενικευμένη αίσθηση σήψης γύρω από το όνομά του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή δεν είναι η πρώτη του καταδίκη. Το 2021 είχε βρεθεί ένοχος για απόπειρα δωροδοκίας δικαστή το 2014, ενώ τον Φεβρουάριο του 2024 καταδικάστηκε για υπέρβαση δαπανών στην εκστρατεία επανεκλογής του το 2012. Παρά το ότι έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εκτίει τις ποινές του κατ’ οίκον, φορώντας «βραχιολάκι», το πολιτικό και προσωπικό του κεφάλαιο διαβρώνεται σταθερά.
Η υπόθεση Gaddafi είναι ίσως η πιο τοξική από όλες: γιατί εμπλέκει άμεσα έναν πρώην Γάλλο πρόεδρο με κατηγορίες για χρηματισμό από έναν δικτάτορα που αργότερα έπεσε βίαια από την εξουσία. Ακόμα κι αν τα δικαστήρια αθώωσαν τον Sarkozy για κάποιες από τις πιο βαριές κατηγορίες, η εικόνα του ως πολιτικού που συνεργάστηκε – έστω έμμεσα – με το καθεστώς Gaddafi θα συνεχίσει να τον στοιχειώνει.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο Sarkozy, δέκα χρόνια μετά την αποχώρησή του από την προεδρία, δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από τον κυκεώνα των δικαστικών περιπετειών. Αντίθετα, κάθε νέα καταδίκη τον βυθίζει βαθύτερα σε μια ιστορία όπου το προσωπικό του όνομα και η γαλλική δημοκρατική εικόνα μπερδεύονται επικίνδυνα με την κληρονομιά ενός αυταρχικού καθεστώτος.
































