Η αυριανή συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Recep Tayyip Erdogan στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, αξιολογείται ως η πιο κρίσιμη από το 2023, όταν υπεγράφη η διακήρυξη των Αθηνών. Δεν είναι μια «τυπική εθιμοτυπία», αλλά τεστ αντοχής για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε μια περίοδο όπου οι δίαυλοι επικοινωνίας υπολειτουργούν, οι προκλήσεις της Άγκυρας έχουν πολλαπλασιαστεί και το διεθνές περιβάλλον μοιάζει με καταιγίδα.
Η Αθήνα επιμένει ότι μοναδική διαφορά είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη και στο τραπέζι αναμένεται να βρεθούν:
- οι ελληνικές πρωτοβουλίες στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα,
- η ενεργειακή προοπτική της Ανατολικής Μεσογείου, με την Ε.Ε. να δείχνει ενδιαφέρον για κοιτάσματα νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου,
- το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο συνεχίζει να αμφισβητεί ελληνικά δικαιώματα,
- η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης–Κύπρου,
- το ευρωπαϊκό εξοπλιστικό πρόγραμμα SAFE, σε συνάρτηση με το casus belli,
- οι κινήσεις της Τουρκίας στο πεδίο, όπως η πρόσφατη NAVTEX για το «Piri Reis».
Παράλληλα, δεν αποκλείεται να τεθεί και το Κυπριακό, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα σε τέτοιες συναντήσεις, αλλά και ειδικότερα ζητήματα θρησκευτικών και μειονοτικών δικαιωμάτων.
Το ραντεβού διεξάγεται ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση, έχοντας εξασφαλίσει για πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια πρόσβαση στον Λευκό Οίκο και επιμένοντας σε παζάρια για F-16 και F-35. Η Αθήνα γνωρίζει ότι κάθε τουρκική κίνηση στο Αιγαίο, όπως μια έξοδος του «Piri Reis», μπορεί να πυροδοτήσει υποχρεωτική αντίδραση του ελληνικού στόλου και να δυναμιτίσει το κλίμα. Εξίσου κρίσιμο είναι αν θα επανεκκινήσει το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, που παραμένει παγωμένο, ή αν θα παραπεμφθεί ξανά στις ελληνικές καλένδες.
Η κυβέρνηση βρίσκεται επίσης σε επιφυλακή για τις τουρκικές κινήσεις στη Λιβύη και την Αίγυπτο, που συνδυάζονται με στρατιωτικές ασκήσεις και πιέσεις για νέες συμφωνίες ΑΟΖ.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η Ουάσιγκτον. Το deal των F-16/F-35, το καθεστώς των S-400 και οι σχετικές απαγορεύσεις στην αμερικανική νομοθεσία επηρεάζουν άμεσα την ισορροπία δυνάμεων με την Ελλάδα. Η Αθήνα βασίζεται στις επαφές της στο Κογκρέσο και στο ελληνικό λόμπι, ωστόσο γνωρίζει ότι οι τελικές αποφάσεις θα μεταφέρουν νέα δεδομένα στην ελληνοτουρκική εξίσωση.
Το Μέγαρο Μαξίμου δηλώνει ότι προσέρχεται χωρίς διάθεση για υποχωρήσεις. Όμως η επίκληση των «ανοιχτών διαύλων» δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται σαφές πλαίσιο, με κόκκινες γραμμές: πρόοδος μόνο με αποφυγή προκλήσεων στο πεδίο· συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα μόνο με εγκατάλειψη του casus belli· διάλογος που περιορίζεται σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.
Το στοίχημα της Νέας Υόρκης
Η συνάντηση θα δείξει αν υπάρχει περιθώριο για αποκλιμάκωση ή αν επιστρέφουμε στον φαύλο κύκλο έντασης. Η κυβέρνηση θέλει να προβάλει την Ελλάδα ως «πυλώνα σταθερότητας», αλλά το ερώτημα είναι αν αυτό θα πείσει διεθνώς ή αν θα χαθεί μέσα στον θόρυβο των τουρκικών κινήσεων.
Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Νέα Υόρκη δεν αναμένεται να αποφέρει θεαματικές λύσεις, αλλά θα αποτελέσει καθοριστική στιγμή για να φανεί εάν υπάρχει περιθώριο αποκλιμάκωσης ή, αντίθετα, αν ανοίγει ένας νέος κύκλος έντασης. Τα σημάδια προόδου ή οι ενδείξεις οπισθοδρόμησης που θα προκύψουν από τη συνάντηση έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για την επόμενη μέρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Στο πεδίο της προόδου, καθοριστικής σημασίας θεωρείται η επανεκκίνηση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, με σαφές και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Παράλληλα, η σιωπηρή αποφυγή νέων NAVTEX ή ερευνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο θα αποτελέσει ένδειξη θετικής διάθεσης. Εξίσου σημαντική θα είναι μια ξεκάθαρη δέσμευση ότι η ατζέντα θα περιοριστεί αποκλειστικά στα ζητήματα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, χωρίς την προσθήκη άλλων θεμάτων που προκαλούν εντάσεις. Η προώθηση ενεργειακών projects στο πλαίσιο μιας πολυμερούς ή ευρωπαϊκής ομπρέλας θα μπορούσε επίσης να δώσει νέα ώθηση στις σχέσεις, καθώς θα ενίσχυε τη διάσταση συνεργασίας και αλληλεξάρτησης.
Αντίθετα, η οπισθοδρόμηση θα γίνει ορατή εάν υπάρξει ανακοίνωση ή διαρροή για την έξοδο του ερευνητικού σκάφους «Piri Reis» στο Αιγαίο, γεγονός που θα αναζωπύρωνε τις εντάσεις. Η αποτυχία επανεκκίνησης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, συνοδευόμενη από εκατέρωθεν επιρρίψεις ευθυνών, θα έστελνε επίσης σαφές μήνυμα αδιεξόδου. Επιπλέον, επίμονες τουρκικές αναφορές σε ζητήματα που ξεπερνούν το πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας, όπως οι «γκρίζες ζώνες» και η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, θα επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα. Ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη θα αποτελούσε η σύνδεση της Συμφωνίας SAFE με το casus belli, χωρίς να υπάρξει σαφής άρση του δεύτερου. Τέλος, αν προκύψουν ενδείξεις ότι η Ουάσιγκτον και ο Πρόεδρος Τραμπ ανοίγουν τον δρόμο στην Άγκυρα για την απόκτηση F-35 χωρίς ουσιαστικές προϋποθέσεις που να αφορούν τους S-400, θα δημιουργηθεί νέα δυναμική ασυμμετρίας σε βάρος της Ελλάδας.































