Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι στις 25 Σεπτεμβρίου θα φιλοξενήσει στον Λευκό Οίκο τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ την ίδια στιγμή ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει εξασφαλίσει ούτε… “χειραψία”.
Στην ανάρτησή του, ο Τραμπ υπογράμμισε ότι οι δύο πλευρές εργάζονται σε ένα ευρύ φάσμα συμφωνιών που περιλαμβάνει εμπορικές και στρατιωτικές συνεργασίες.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η μεγάλη συμφωνία για την αγορά αεροσκαφών της Boeing, μια σημαντική συμφωνία για τα F-16, καθώς και η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για το πρόγραμμα των F-35, με την αμερικανική ηγεσία να δηλώνει αισιόδοξη για θετική κατάληξη.
Στην τοποθέτησή του, ο Αμερικανός Πρόεδρος τόνισε ότι διατηρεί πάντα μια «πολύ καλή σχέση» με τον Ερντογάν, εκφράζοντας την προσμονή του για τη συνάντηση. Η δήλωση αυτή εντάσσεται σε ένα πλαίσιο ενίσχυσης των διμερών σχέσεων, όπου το αμερικανικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο, την ίδια στιγμή που η Τουρκία αξιοποιεί τη συγκυρία για να ενισχύσει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα.
Ωστόσο, στο ελληνικό πλαίσιο, η εικόνα αυτή προκαλεί εύλογη ανησυχία. Ο Έλληνας Πρωθυπουργός, παρά τις συνεχείς προσπάθειες για εμβάθυνση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και την προβολή της Ελλάδας ως στρατηγικού εταίρου στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν έχει εξασφαλίσει ούτε μία χειραψία με τον Αμερικανό Πρόεδρο. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τα όρια της ελληνικής επιρροής σε σχέση με την Τουρκία και θέτει επί τάπητος κρίσιμα ερωτήματα για τη διπλωματική ισορροπία στην περιοχή.
Η επικείμενη συνάντηση Ερντογάν–Αμερικανού Προέδρου ενδέχεται να επιταχύνει εξελίξεις τόσο στα εξοπλιστικά όσο και στη στρατηγική σχέση ΗΠΑ–Τουρκίας, αφήνοντας την Ελλάδα αντιμέτωπη με ένα αυξανόμενο έλλειμμα προβολής και ισχύος στο ίδιο πεδίο. Το αν η Αθήνα θα καταφέρει να ισοσκελίσει αυτή τη δυναμική με εναλλακτικά διπλωματικά και στρατιωτικά ερείσματα, παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κίνδυνος για την Ελλάδα είναι διπλός: αφενός να δει την Τουρκία να αναβαθμίζεται θεαματικά σε στρατηγικό εταίρο της Ουάσινγκτον, αφετέρου να περιθωριοποιηθεί η ίδια από τις κεντρικές διεργασίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν η Αθήνα δεν προχωρήσει σε αποφασιστικές κινήσεις για να ανακτήσει την ορατότητά της, κινδυνεύει να μετατραπεί σε θεατή των εξελίξεων που θα καθορίσουν το μέλλον της περιοχής.
































