Η κυβέρνηση της Δανίας ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι θα προχωρήσει στην μεγαλύτερη αμυντική παραγγελία στην ιστορία της χώρας, επιλέγοντας αυτήν τη φορά ευρωπαϊκούς προμηθευτές. Η Κοπεγχάγη, σε συμφωνία με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αποφάσισε την αγορά πυραυλικών συστημάτων αξίας 58 δισ. κορωνών (8,4 δισ. ευρώ) από εταιρείες που εδρεύουν σε Γαλλία, Ιταλία, Νορβηγία και Γερμανία.
Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί στροφή στη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας, καθώς παραδοσιακά οι μεγάλες εξοπλιστικές παραγγελίες της Δανίας κατευθύνονταν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2016 η Κοπεγχάγη είχε επιλέξει τα αμερικανικά F-35 της Lockheed Martin για τον εκσυγχρονισμό της αεροπορίας της, αφήνοντας εκτός το ευρωπαϊκό Eurofighter.
Σήμερα όμως το σκηνικό αλλάζει. Το νέο εξοπλιστικό πακέτο έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων απειλών από τη Ρωσία, με τη Δανία να επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες αποτροπής της και ταυτόχρονα να δείξει μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο προσανατολισμό ενίσχυσης της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας», που αποκτά έδαφος στους κόλπους του ΝΑΤΟ μετά τις πιέσεις και τις αμφιταλαντεύσεις της Ουάσιγκτον.
Οι σχέσεις ΗΠΑ–Δανίας έχουν άλλωστε γνωρίσει εντάσεις στο πρόσφατο παρελθόν. Ο πρόεδρος Donald Trump είχε πιέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις δαπάνες τους για την άμυνα, προκαλώντας όμως δυσφορία στην Κοπεγχάγη με την απρόσμενη απαίτησή του να «αγοράσει» τη Γροιλανδία, που ανήκει στο Βασίλειο της Δανίας. Η νέα απόφαση να αποκλειστούν αμερικανικοί προμηθευτές από μια τόσο μεγάλη συμφωνία εκλαμβάνεται από αρκετούς ως μήνυμα τόσο προς την Ουάσιγκτον όσο και προς τη Μόσχα.
Η επιλογή της Δανίας ακολουθεί αντίστοιχη κίνηση της Νορβηγίας, η οποία πριν από λίγες εβδομάδες ανέθεσε στο Ηνωμένο Βασίλειο την κατασκευή νέων φρεγατών, παραμερίζοντας τις αμερικανικές και άλλες ευρωπαϊκές προσφορές. Η τάση αυτή ενισχύει την εικόνα ότι οι βορειοευρωπαϊκές χώρες αναζητούν όλο και πιο συστηματικά ευρωπαϊκές λύσεις για την κάλυψη των αμυντικών τους αναγκών.
Η Δανία δαπανά σήμερα περίπου το 3% του ΑΕΠ της για την άμυνα, αλλά έχει δεσμευθεί να αυξήσει το ποσοστό αυτό στο 5% έως το 2035, σύμφωνα με τους νέους στόχους του ΝΑΤΟ. Η παραγγελία πυραυλικών συστημάτων αποτελεί μέρος αυτού του σχεδίου και επιβεβαιώνει τη μετάβαση της χώρας σε μια νέα εποχή εξοπλισμών, με πιο έντονη ευρωπαϊκή σφραγίδα.
Τέλος να επισημάνουμε ότι αν και πρόκειται πρωτίστως για επιχειρησιακή ανάγκη ενίσχυσης του οπλοστασίου της, το γεγονός ότι παρακάμπτονται αμερικανικές εταιρείες σε μια παραγγελία-ρεκόρ μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη αυξανόμενης εμπιστοσύνης προς την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Για την Ουάσιγκτον, η επιλογή αυτή στέλνει ένα μήνυμα ότι ακόμη και παραδοσιακοί σύμμαχοι, όπως η Δανία, επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτάρκεια και στενότερους δεσμούς με την Ευρώπη, ιδίως σε μια περίοδο γεωπολιτικών εντάσεων με τη Ρωσία. Στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, η στροφή αυτή μπορεί να ενισχύσει τις φωνές υπέρ της ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας», χωρίς όμως να αναιρεί την ανάγκη για αμερικανική παρουσία στην ασφάλεια της ηπείρου.
































