Αντιμέτωπη με περισσότερα μέτωπα απ όσα θέλει να παραδεχθεί δημοσίως βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση, καθώς μπορεί στο εσωτερικό να ελέγχει τις εξελίξεις στη Βουλή, παραπέμποντας στις πολιτικές καλένδες την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, τα αλληλεπικαλυπτόμενα σκάνδαλα διασπάθισης Δημοσίου και κοινοτικού χρήματος έχουν υπονομεύσει δραστικά την αξιοπιστία έναντι των θεσμών και έχουν πληγώσει τις σχέσεις με τους εταίρους.
Αν και δημοσίως αυτό δεν είναι εύκολα αντιληπτό, οι εξελίξεις με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και η εντεινόμενη φημολογία για νέες υποθέσεις, όπως τα “σπιταάκια ανακύκλωσης” και οι μαζικές αναθέσεις έργων, πλήττουν τη διαφάνεια και υπονομεύουν το φιλεπενδυτικό προφίλ που επί χρόνια οικοδομούσε αυτή η κυβέρνηση.
Η δυναμική που αναπτύσσεται είναι τέτοια που μπορεί να απειλήσει τις ήδη αναιμικές Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να κατεβάσει τον πήχη προσδοκίων, εσόδων και ποιότητας κεφαλαίων προκειμένου να διατηρήσει ζωντανούς τους διαύλους. Αν μάλιστα η ΕΕ -όπως φαινεται- εντείνει τους ελέγχους και περιορίσει τη ροή κεφαλαίων, τότε το σκηνικό γίνεται από δύσκολο… εκρηκτικό.
Το πραγματικό πολιτικό ρίσκο για την κυβέρνηση δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, αλλά επεκτείνεται στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη διεθνή εικόνα της χώρας. Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι κατηγορίες περί εγκληματικής οργάνωσης και η αποστροφή περί «μαύρου πολιτικού χρήματος» εγείρουν ερωτήματα που δεν αρκεί να απορρίπτονται ως «ανυπόστατα».
Η Ελλάδα εμφανίζεται, για ακόμη μία φορά, ως χώρα όπου η πολιτική εξουσία παρεμβαίνει στη θεσμική διαχείριση της διαφθοράς. Αυτό επηρεάζει τους δείκτες διαφάνειας, την εμπιστοσύνη των ευρωπαϊκών μηχανισμών και –καίρια– τους επενδυτικούς οίκους που προϋποθέτουν θεσμική σταθερότητα.
Η αποφυγή της Προανακριτικής Επιτροπής με πολιτικό κόστος εσωτερικής καχυποψίας μπορεί να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερο κόστος αξιοπιστίας διεθνώς.
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ
Η χθεσινή υπερψήφιση από τη Βουλή της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής σχετικά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ –με 166 ψήφους υπέρ– συνιστά την επίσημη έναρξη μιας ακόμη θεσμικής διαχείρισης υπό την πίεση της πολιτικής αναγκαιότητας
Πίσω όμως από τη διαδικαστική πρόοδο και τις εντυπώσεις της στιγμής, αποτυπώνεται μια εικόνα βαριάς πολιτικής τοξικότητας, φθαρμένου ηθικού ερείσματος και εντεινόμενης δυσπιστίας έναντι του κράτους δικαίου και των μηχανισμών λογοδοσίας.
Το επίδικο της υπόθεσης δεν είναι απλώς η οικονομική απάτη μέσω καταχρηστικών αγροτικών επιδοτήσεων, αλλά η θεσμική αδυναμία –ή απροθυμία– να διερευνηθούν αποτελεσματικά ενδείξεις εμπλοκής πολιτικών προσώπων, ενώ η δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κάνει ρητή αναφορά σε «εγκληματική οργάνωση» με καθετοποιημένη λειτουργία, πολιτική κάλυψη και ενδεχόμενη διακίνηση «μαύρου πολιτικού χρήματος».
Η επιλογή της κυβερνητικής πλειοψηφίας να κινηθεί προς Εξεταστική, αποκλείοντας εξαρχής τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της αντιπολίτευσης, ανατροφοδοτεί ένα επικίνδυνο αφήγημα συγκάλυψης. Δεν πρόκειται για στείρο κομματικό τακτικισμό, αλλά για συσσώρευση πολιτικού κόστους και ρήγμα εμπιστοσύνης που διαπερνά τους πολίτες, τις ανεξάρτητες αρχές και τελικά τους εταίρους της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον.
Ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης της εξεταστικής διαδικασίας, το βασικό ερώτημα παραμένει: μπορεί η κυβέρνηση να αποδείξει ότι θέλει –και κυρίως μπορεί– να ελέγξει αποτελεσματικά και διαφανώς ένα σκάνδαλο που δείχνει να έχει ρίζες και κλαδιά εντός του ίδιου του διοικητικού της μηχανισμού;
Σκιαμαχίες στη Βουλή
Η φραστική σύγκρουση μεταξύ του Πρωθυπουργού και των πολιτικών αρχηγών, ιδίως του Νίκου Ανδρουλάκη, δεν είναι απλώς αντανάκλαση πολιτικής έντασης. Είναι δείγμα βαθύτερης σύγκρουσης για τον έλεγχο του αφηγήματος περί νομιμότητας, πολιτικής ηθικής και θεσμικής υπευθυνότητας. Οι φράσεις «ηθική α λα καρτ» και «γαλάζια εγκληματική οργάνωση» δεν είναι σχήματα λόγου, αλλά σήματα κατατεθέν μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που χάνει τη γέφυρα με τον πραγματικό κόσμο, ενώ η κοινωνία αποσύρεται όλο και πιο βαθιά στην αποδοχή ότι «τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει».
Και όμως, οι επιπτώσεις αυτής της αποδοχής δεν είναι άυλες. Η αξιοπιστία του ελληνικού πολιτικού συστήματος δοκιμάζεται ήδη σε διεθνές επίπεδο. Η εντεινόμενη καχυποψία από ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα –ειδικά μετά την ανάμειξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας– καθώς και η αδυναμία λήψης θεσμικών πρωτοβουλιών με διακομματική αποδοχή, επηρεάζουν αρνητικά τους δείκτες διακυβέρνησης και διαφάνειας. Αυτοί οι δείκτες, με τη σειρά τους, επιδρούν άμεσα στο επενδυτικό κλίμα, στην απόδοση κρατικών ομολόγων και τελικά στην οικονομική εικόνα της χώρας.
Δεν υπάρχει επενδυτής που να επιζητεί σταθερότητα και να κοιτά με αισιοδοξία μια χώρα όπου η δικαστική διερεύνηση για πολιτικά πρόσωπα γίνεται υπό το καθεστώς φόβου, θεσμικού τακτικισμού και εσωτερικού θεσμικού πολέμου.
Όταν η εικόνα της χώρας μετατοπίζεται από «μεταρρυθμιστικό παράδειγμα» σε «προβληματική δημοκρατία υπό συνεχή επίβλεψη», η πολιτική συγκάλυψη γίνεται όχι απλώς εσωτερικό πρόβλημα δημοκρατίας, αλλά στρατηγικό ρίσκο εθνικού βάρους. Η πολιτική ηγεσία της χώρας καλείται να απαντήσει όχι μόνο στην αντιπολίτευση ή στην κοινωνία, αλλά στους ίδιους τους θεσμούς από τους οποίους εξαρτάται η ισότιμη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Το να μη δοθεί προτεραιότητα στη θεσμική διαλεύκανση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ με όλα τα μέσα –συμπεριλαμβανομένης της Προανακριτικής Επιτροπής– δεν είναι απλώς επικοινωνιακό σφάλμα. Είναι μια επιλογή με μακροχρόνιες και ίσως ανεπανόρθωτες συνέπειες.




























