Σοβαρούς κινδύνους για τον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση, ιδιαίτερα στο Νότο, δημιουργεί το περίγραμμα της συμφωνίας ΗΠΑ – ΕΕ που ανακοίνωσαν Τραμπ και φον ντερ Λάιεν από τη Σκωτία, εγείροντας μάλιστα ανησυχίες για κοινωνικές αναταράξεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ακόμη και πολιτικές ανατροπές.
Η πρόσφατη εμπορική συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τη συνάντηση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με τον Αμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στη Σκωτία, φέρει χαρακτηριστικά που προκαλούν ισχυρές ενστάσεις και επιφυλάξεις – ιδίως στον ευρωπαϊκό Νότο. Παρότι παρουσιάζεται επισήμως ως ένα θετικό βήμα αποκλιμάκωσης των εμπορικών εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, η συμφωνία ενσωματώνει σημαντικά ασύμμετρα στοιχεία που πλήττουν τις αγροδιατροφικές οικονομίες της νότιας Ευρώπης, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Ο κεντρικός όρος που επιβάλλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τις προβλέψεις της συμφωνίας, αφορά το άνοιγμα των αγορών τροφίμων και αγροτικών προϊόντων της ΕΕ στις αμερικανικές εξαγωγές. Το αίτημα αυτό, πίσω από τον μανδύα της εμπορικής εξισορρόπησης, εμπεριέχει επικίνδυνες προεκτάσεις. Η εισροή αμερικανικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά σημαίνει άμεσο ανταγωνισμό με τα προϊόντα του ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία παράγονται με αυστηρά πρότυπα ποιότητας, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικών συνθηκών εργασίας – πρότυπα τα οποία τα αμερικανικά προϊόντα συχνά δεν πληρούν στον ίδιο βαθμό. Επίσης, υπάρχει κίνδυνος να επιτραπεί η είσοδος σε γεννετικά μεταλλαγμένες τροφές, τις οποίες έχει κατ επανάληψη απορρίψει η ΕΕ.
Το άνοιγμα αυτό υπονομεύει άμεσα τη βιωσιμότητα μικρομεσαίων παραγωγών και επιχειρήσεων του αγροδιατροφικού τομέα στην Ισπανία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία, περιοχές στις οποίες ο πρωτογενής τομέας συνδέεται άμεσα με την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η απώλεια μεριδίων αγοράς που θα επέλθει από τον ανταγωνισμό με προϊόντα μαζικής παραγωγής και χαμηλότερου κόστους από τις ΗΠΑ, αναμένεται να προκαλέσει πολλαπλασιαστικά φαινόμενα: συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος, απώλεια θέσεων εργασίας, εγκατάλειψη της υπαίθρου και ενίσχυση των ανισοτήτων εντός της Ευρώπης.
Η συμφωνία, επομένως, δεν είναι απλώς ανισοβαρής από γεωπολιτική σκοπιά – όπου η ΕΕ εμφανίζεται να κάνει στρατηγικές παραχωρήσεις προκειμένου να αποφύγει την επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Είναι ταυτόχρονα και εσωτερικά άνιση, καθώς μετακυλίει το κόστος της συμφωνίας σε συγκεκριμένα κράτη-μέλη και τομείς, χωρίς να προβλέπει επαρκείς μηχανισμούς αναδιανομής ή προστασίας. Ο ευρωπαϊκός Βορράς, με ισχυρούς εξαγωγικούς τομείς όπως η φαρμακοβιομηχανία και η αυτοκινητοβιομηχανία, παραμένει σε μεγάλο βαθμό προστατευμένος ή ωφελημένος, την ώρα που ο Νότος καλείται να απορροφήσει τις αναταράξεις και τις απώλειες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συμφωνία Τραμπ–Φον ντερ Λάιεν δεν αντιμετωπίζει μόνο εξωτερικές κριτικές – ιδίως από τρίτες χώρες όπως η Κίνα, που την ερμηνεύουν ως εμπορικό αναπροσανατολισμό της ΕΕ. Εγείρει και σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις, ενισχύοντας τον ευρωσκεπτικισμό σε περιοχές που ήδη πλήττονται από την οικονομική αστάθεια και τις κρίσεις εμπιστοσύνης προς το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η απουσία σαφών προβλέψεων για τη διατήρηση των προτύπων ποιότητας, την προστασία των προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ, και την αντιστάθμιση των απωλειών, καθιστά τη συμφωνία δύσπεπτη όχι μόνο για τις αγορές, αλλά και για τις τοπικές κοινωνίες που καλούνται να σηκώσουν το βάρος των γεωοικονομικών συμβιβασμών.































