Σε μια προσεκτικά σχεδιασμένη εκστρατεία αποδόμησης του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ, ο Ντόναλντ Τραμπ και οι σύμμαχοί του εντείνουν τις προσπάθειες να επιβάλουν αλλαγή στη νομισματική πολιτική ή να εξαναγκάσουν την παραίτησή του.
Παρότι είχε προηγουμένως υπαναχωρήσει από τη σκέψη να τον αποπέμψει, καθώς η πρόθεση αυτή είχε προκαλέσει έντονη θεσμική αντίδραση και νομικά εμπόδια, ο Τραμπ επιστρέφει τώρα με μια πιο έμμεση αλλά πολιτικά οξύτερη στρατηγική: εμφανίζει τον Πάουελ ως σπάταλο και προκατειλημμένο, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα ένα έργο ανακαίνισης ύψους 2,5 δισ. δολαρίων στην έδρα της Fed στην Ουάσιγκτον.
Η σύγκρουση αυτή συμπίπτει με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια του Τραμπ για την άρνηση της Fed να μειώσει τα επιτόκια. Από τις αρχές του 2025, η Fed διατηρεί αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο, ακολουθώντας μια επιφυλακτική στάση «αναμονής», καθώς τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας παραμένουν αβέβαια. Μέρος αυτής της αβεβαιότητας προέρχεται από τις ίδιες τις πολιτικές του Τραμπ, όπως οι δασμοί και τα προστατευτικά μέτρα, που συνέβαλαν στην αύξηση των τιμών. Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην πρόεδρος επιρρίπτει την ευθύνη στον Πάουελ, κατηγορώντας τον ότι συγκρατεί την ανάπτυξη και φρενάρει την αγορά ενόψει των εκλογών.
Αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορεί εύκολα να απομακρύνει θεσμικά τον Πάουελ, ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του έχουν επιλέξει μια εναλλακτική προσέγγιση: δημόσια αποδόμηση. Το έργο ανακαίνισης της έδρας της Fed έχει γίνει το πρόσφατο όχημα πολιτικής πίεσης. Ο Ρας Βοτ, επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου και στενός συνεργάτης του Τραμπ, απέστειλε επιστολή στις 10 Ιουλίου, κατηγορώντας την Fed για «πολυτελή ανακαίνιση» και απαιτώντας πλήρη αιτιολόγηση των δαπανών εντός επτά εργάσιμων ημερών. Ο Πάουελ απάντησε με ψυχραιμία, υπερασπιζόμενος τη διαχειριστική επάρκεια της Τράπεζας και παραπέμποντας ατο… FAQ της Fed για το έργο.
Ο κυβερνήτης της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ προσπάθησε να εξηγήσει το κόστος, επισημαίνοντας ότι η αύξηση οφείλεται σε πληθωριστικές πιέσεις που δεν είχαν προβλεφθεί όταν το έργο σχεδιάστηκε το 2017. Η τοποθέτησή του αντικατοπτρίζει μια κοινή εμπειρία σε δημόσια έργα μεγάλης κλίμακας, ωστόσο οι λεπτομέρειες αυτές αγνοούνται επιδεικτικά από το στρατόπεδο Τραμπ. Η Ρεπουμπλικανή βουλευτής Άννα Πωλίνα Λούνα από τη Φλόριντα πήγε ακόμα παραπέρα, δηλώνοντας στα κοινωνικά δίκτυα ότι καταθέτει «ποινική αναφορά» κατά του Πάουελ στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για ψευδορκία – μια κίνηση χωρίς νομική ισχύ αλλά με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό.
Βάλλεται η ανεξαρτησία της Fed
Πίσω από την πολιτική σκηνοθεσία, η στρατηγική του Τραμπ είναι ξεκάθαρη. Επιχειρεί να απονομιμοποιήσει την ηγεσία του Πάουελ χωρίς να παραβιάσει ευθέως την ανεξαρτησία της Fed, αποφεύγοντας μια θεσμική κρίση. Παρουσιάζοντας τον Πάουελ ως τεχνοκράτη που σπαταλά δημόσιους πόρους, ο Τραμπ ενεργοποιεί λαϊκιστικά αντανακλαστικά και προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντική αμφισβήτηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί με τις πολιτικές επιταγές του. Η νομισματική πολιτική μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο προεκλογικής στρατηγικής.
Οι κίνδυνοι αυτής της αντιπαράθεσης είναι σοβαροί. Η υπονόμευση της εμπιστοσύνης στην ανεξαρτησία της Fed μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση στις αγορές, να αυξήσει το κόστος δανεισμού και να υπονομεύσει τη δυνατότητα της Τράπεζας να ελέγξει αποτελεσματικά τον πληθωρισμό. Οι επενδυτές ίσως αρχίσουν να αμφιβάλλουν αν οι αποφάσεις της Fed βασίζονται σε οικονομικά δεδομένα ή σε πολιτικές πιέσεις. Προς το παρόν, ο Πάουελ δείχνει αποφασισμένος να παραμείνει στη θέση του και η Τράπεζα συνεχίζει την πολιτική της με αυτονομία. Ωστόσο, με τον Τραμπ να εντείνει την πίεση και τους συμμάχους του να πυροδοτούν διαρκώς νέες «αποκαλύψεις», οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για τη σταθερότητα όχι μόνο της νομισματικής πολιτικής, αλλά και των ίδιων των θεσμών των ΗΠΑ.
Αυτό που ξεκίνησε ως σύγκρουση για τα επιτόκια, μετατρέπεται πλέον σε μετωπική σύγκρουση θεσμών. Η στρατηγική του Τραμπ είναι ξεκάθαρη: προσπαθεί να «πειθαναγκάσει» τον Πάουελ — είτε σε μείωση επιτοκίων, είτε σε παραίτηση, καθώς η επιχείρηση πολιτικής αποδόμησης θα καταστήσει την παραμονή του πολιτικά και θεσμικά αδύνατη. Οι συνέπειες, τόσο για την οικονομία όσο και για τη θεσμική ισορροπία των Ηνωμένων Πολιτειών, θα μπορούσαν να αποδειχθούν καταλυτικές.
































