Να δημιουργήσει την αίσθηση εξομάλυνσης των σχέσεων με την πλευρά του στρατάρχη Χάφταρ επιχείρησε με δηλώσεις του μετά τη συνάντηση ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν αντίστοιχες δηλώσεις που να επιβεβαιώνουν το κλίμα, το πλαίσιο και την προοπτική από την άλλη πλευρά.
Στην κοινή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, τις κοινές παραδόσεις και “το ζήμα που έχει να κάνει με μια Μεσόγειο της ειρήνης και της ευημερίας των λαών”, αναφέρεται στις δηλώσεις του μετά τη συνάντηση με τον Χάφταρ ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης.
«Με τη Λιβύη μας συνδέουν κοινές ιστορικές παραδόσεις και ρίζες. Μας συνδέει επίσης η προσήλωσή μας στο Διεθνές Δίκαιο […] Θα συνεχίσουμε στο πλαίσιο αυτό την αδιατάρακτη σχέση μας και ευελπιστούμε ότι στο εγγύς μέλλον θα έχουμε και απτά αποτελέσματα», ανέφερε ο ΥΠΕΞ, χωρίς ουσιαστικό πολιτικό σήμα από τη λιβυκή πλευρά.
Η επίσημη ρητορική καταδεικνύει περισσότερο διπλωματική αγωνία παρά στρατηγική πρωτοβουλία.
Οι δηλώσεις ήταν μονόπλευρες, σε χαμηλό επίπεδο και χωρίς αντίστοιχη επιβεβαίωση από την πλευρά Χάφταρ. Έτσι, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αγωνιώντας για την πρόσληψη στο εσωτερικό, επιβεβαίωσε με τον πλέον εκωφαντικό τρόπο ότι έχει απολέσει την επιρροή της στην περιοχή και πλέον κινείται αμυντικά, προσπαθώντας να εξαγοράσει πολιτικό χρόνο, ακόμα και με κόστος, για να καθυστερήσει δυσμενείς εξελίξεις που έχουν δρομολογηθεί.
Σύμφωνα με την επίσημη δήλωση του Γιώργου Γεραπετρίτη η ατζέντα της συνάντησης με τον Χάφταρ και την οικογένειά του περιλάμβανε:
- το μεταναστευτικό,
- τις θαλάσσιες ζώνες,
- και τη διμερή συνεργασία.
Εν τέλει, καταλήγει με την αναφορά ότι:
“Θα συνεχίσουμε στο πλαίσιο αυτό την αδιατάρακτη σχέση μας και ευελπιστούμε ότι στο εγγύς μέλλον θα έχουμε και απτά αποτελέσματα για την πρόοδο των σχέσεών μας”.
Πρόκειται για μια υποσχετική της ελληνικής κυβέρνησης προς τον Χάφταρ, καταδεικνύοντας ότι η ελληνική διπλωματία προσήλθε στις διαπραγματεύσεις από ασθενέστερη θέση, έχοντας εξαντλήσει το διπλωματικό της κεφάλαιο και ζητώντας… λύσεις. Έτσι αναγκάζεται αντί να ανακοινώνει την αποκατάσταση των κεκτημένων, να προαναγγέλει οδικό χάρτη για την αποκατάσταση των διαύλων επικοινωνίας.
Η ήττα αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διαχειρίσιμη εάν ήταν η μόνη, δεν είναι όμως. Η αποσύνδεση από τον Χάφταρ προστίθεται στις απρόσφορες σχέσεις με την Τρίπολη, στην εκτράχυνση των σχέσεων με την Αίγυπτο, τις επιθέσεις την αποδυνάμωση των χριστιανικων πληθυσμών σε Αίγυπτο, Συρία και Λίβανο.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν πληρώνει μόνο τον αφιλτράριστο εναγκασλισμό με το Ισραήλ -που τώρα προσπαθεί να οριοθετήσει- αλλά την παντελή απουσία της από τα διεθνή φόρα, την υιοθέτηση πολιτικής ελαχιστοποίησης διπωλαματικού αποτυπώματος ώστε να αποφύγει δύσκολες αποφάσεις και να επιλέξει το άρμα του νικητή ex post. Διεθνώς, η στάση αυτή καταγράφεται, ίσως με πιο μελανά χρώματα από αυτά της σθεναρής διαφωνίας.
Η Μονή του Σινά: Ρήγμα εμπιστοσύνης
Η Ελλάδα υπέστη ισχυρό διπλωματικό πλήγμα στην Αίγυπτο, με την υποβάθμιση του καθεστώτος της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, ενός ιστορικού θεσμού παγκόσμιας σημασίας και βασικού συμβόλου της ελληνορθόδοξης παρουσίας στη Μέση Ανατολή. Η απόφαση των αιγυπτιακών αρχών να αφαιρέσουν την ελληνική υπηκοότητα από τον ηγούμενο Δαμιανό και να επιβάλουν περιορισμούς στη λειτουργική αυτονομία της Μονής, ήρθε σε πλήρη αντίθεση με προηγούμενες διαβεβαιώσεις του ίδιου του Προέδρου Αλ-Σίσι προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η στάση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ζήτημα “εθνικής κυριαρχίας”. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναπροσαρμογή του εσωτερικού και εξωτερικού προσανατολισμού του καθεστώτος Σίσι. Το Κάιρο επιδεικνύει σαφή απομάκρυνση από τον άξονα Αθήνας-Λευκωσίας, υποβαθμίζοντας τη θέση των χριστιανικών πληθυσμών, στο πλαίσιο ενός εσωτερικού trade-off με τις ισλαμικές πολιτικές δυνάμεις – κυρίως τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Η τακτική αυτή εξυπηρετεί, εμμέσως αλλά σαφώς, τη γεωπολιτική στρατηγική της Άγκυρας και προσωπικά του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επιδιώκει την αποκατάσταση σχέσεων με την Αίγυπτο υπό όρους που ενισχύουν τη σουνιτική πολιτική του επιρροή.
Η ελληνική πλευρά, παρά τις «ηχηρές» δηλώσεις και τις ρηματικές διαμαρτυρίες, απέτυχε να αξιοποιήσει διπλωματικά εργαλεία για την ανατροπή της απόφασης ή τουλάχιστον την ανάσχεση του συμβολισμού της. Δεν έχει ανακοινωθεί κανένας μηχανισμός πολιτικής δράσης, ούτε σε διμερές, ούτε σε διαθρησκειακό ή διεθνές επίπεδο.
Πογκρόμ κατά Χριστιανών στη Συρία
Η διπλωματική έκθεση της Ελλάδας επεκτείνεται και στη Συρία. Παρά την προσπάθεια πολιτικής προσέγγισης κατά την περίοδο της κυβέρνησης Άσαντ –με την επαναλειτουργία πρεσβείας και άρση κυρώσεων– η ραγδαία ανατροπή του πολιτικού σκηνικού και η πτώση του Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 αιφνιδίασε πλήρως την Αθήνα. Η χώρα απέτυχε να διαβάσει έγκαιρα τα μηνύματα αστάθειας και να δημιουργήσει πρόωρα διαύλους με την τότε αντιπολίτευση, η οποία πλέον συγκροτεί τη μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Αχμάντ αλ-Σαράα.
Η νέα κυβέρνηση, αν και στηρίζεται τυπικά από δυτικές δυνάμεις, έχει έντονες ισλαμικές αποχρώσεις και χαρακτηρίζεται από πολιτικές εσωτερικής εκκαθάρισης, μεταξύ των οποίων και η εσκεμμένη στοχοποίηση χριστιανικών κοινοτήτων. Η αιματηρή επίθεση σε εκκλησία στο Χομς, με τουλάχιστον 27 νεκρούς πιστούς, αποτελεί μήνυμα πογκρόμ που πέρασε διεθνώς στα ψιλά. Για την Ελλάδα, αποτελεί ταυτόχρονα πλήγμα συμβολικό, πολιτισμικό και γεωπολιτικό – δεδομένης της ιστορικής της σχέσης με την ελληνορθόδοξη παρουσία στη Συρία.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, εμφανίστηκε πιο έτοιμη. Με διαύλους προς όλες τις πτέρυγες της νέας εξουσίας, προωθεί ήδη διερευνητικές επαφές για οριοθέτηση ΑΟΖ, θέτοντας τη βάση για ένα νέο πεδίο τουρκικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συνολική εικόνα: Άτακτη υποχώρηση
Τα γεγονότα σε Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία δεν είναι απομονωμένα, αλλά συγκοινωνούντα. Συνολικά, καταδεικνύουν την ταχεία υποχώρηση της Ελλάδας από την Ανατολική Μεσόγειο και την Εγγύς Ανατολή. Η ελληνική εξωτερική πολιτική εμφανίζεται να λειτουργεί χωρίς σταθερές στρατηγικές αρχές, δίχως επαρκή πληροφόρηση και με πλήρη απουσία προληπτικής διπλωματίας.
Αντί να προτάξει ενεργή παρουσία με δομική στρατηγική και ιεράρχηση στόχων, η Αθήνα αντιδρά κατασταλτικά, με κινήσεις χαμηλής ορατότητας και χωρίς πολιτικό βάθος. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή αποδόμηση παραδοσιακών ερεισμάτων, χωρίς ίχνος αναπλήρωσης.
Auditor’s note: Η Ελλάδα εκτός γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής στη Μεσόγειο
Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε τροχιά ριζικής αναδιάταξης. Η Τουρκία κεφαλαιοποιεί τη στρατηγική της εμβάθυνση σε Τρίπολη και Δαμασκό, προετοιμάζοντας συμφωνίες ΑΟΖ που επαναχαράσσουν το γεωστρατηγικό τοπίο. Παράλληλα, ο άξονας Κάιρο–Ριάντ–Αμπού Ντάμπι, εστιάζει σε ανεξάρτητη περιφερειακή αρχιτεκτονική, μειώνοντας την εξάρτηση από παραδοσιακούς δυτικούς συμμάχους και ενισχύοντας την ενεργειακή και αμυντική τους ολοκλήρωση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζεται απομονωμένη: παρατηρητής αντί δρών παράγων. Οι πυλώνες της περιφερειακής της στρατηγικής –οι συμμαχίες με Αίγυπτο, Ισραήλ, Κύπρο– παρουσιάζουν ρωγμές, οι ενεργειακοί σχεδιασμοί βαλτώνουν, ενώ η διπλωματική της παρουσία υποχωρεί μπροστά στην επιχειρησιακή κινητικότητα της Άγκυρας. Ταυτόχρονα, η αμηχανία σε Συρία και Λιβύη, και η θεσμική απαξίωση στην Αίγυπτο, συμπληρώνουν την εικόνα μιας χώρας χωρίς ενεργή προβολή ισχύος.
Εάν η Ελλάδα δεν επανακαθορίσει επειγόντως τον γεωπολιτικό της ρόλο με ρεαλισμό, διασύνδεση πληροφορίας, αναβάθμιση εργαλείων επιρροής και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, κινδυνεύει να παγιωθεί ως περιφερειακός παθητικός κρίκος – χωρίς δυνατότητα επιρροής στους όρους του νέου συσχετισμού δυνάμεων που έχει περάσει το σχέδιο της διαμόρφωσης και πλέον εμπεδώνεται.
































