Η απρόσκλητη πρόταση εξαγοράς της ΕΧΑΕ από την Euronext έθεσε τους CEO Γιάννο Κοντόπουλο και Stéphane Boujnah σε ένα θεσμικό ταγκό —ένα διακριτικό αλλά φορτισμένο pas de deux— μπροστά στα βλέμματα των μετόχων, των εποπτικών αρχών και της πολιτικής ηγεσίας.
Αν και επισήμως η διοίκηση της ΕΧΑΕ έχει ξεκαθαρίσει πως δεν έχει εμπλακεί σε άμεσες διαπραγματεύσεις με την Euronext, η βαρύτητα του deal και το γεωοικονομικό του εκτόπισμα καθιστούν αναγκαία την προσεκτική και εκ των προτέρων χορογράφηση του – όχι απλώς ως συναλλαγή, αλλά ως ζήτημα θεσμικής σταθερότητας και στρατηγικού προσανατολισμού για την ελληνική κεφαλαιαγορά.
Πρόκειται για ένα deal με γεωοικονομικό αντίκτυπο, καθώς εντάσσει το Χρηματιστήριο της Αθήνας στον ενιαίο χρηματιστηριακό κορμό της Euronext, ο οποίος ήδη περιλαμβάνει τις αγορές του Παρισιού, του Άμστερνταμ, των Βρυξελλών, του Μιλάνου, του Όσλο και του Δουβλίνου. Η επέκταση προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη ενισχύει το στρατηγικό εκτόπισμα του ομίλου και μετατρέπει την Αθήνα σε δυνητικό περιφερειακό κόμβο.
Η πρόταση περιλαμβάνει ανταλλαγή μετοχών, με αποτίμηση της ΕΧΑΕ στα 6,90 ευρώ ανά μετοχή. Αν και επισήμως πρόκειται για μη δεσμευτική πρόταση, ενεργοποιεί ένα πολυεπίπεδο θεσμικό και επενδυτικό πλαίσιο. Στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι το τίμημα υπολείπεται της εύλογης αξίας, καθώς δεν ενσωματώνει την αναμενόμενη αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου στις ανεπτυγμένες αγορές του δείκτη MSCI, ούτε τη συνεπή μερισματική του πολιτική. Το βάθος των όρων, ο αριθμός των εμπλεκομένων και οι στρατηγικές προεκτάσεις καθιστούν σαφές ότι δεν πρόκειται για μια τυπική συναλλαγή, αλλά για κίνηση θεσμικής και γεωπολιτικής βαρύτητας.
Ο Κοντόπουλος, έχοντας προετοιμαστεί για αυτή τη στιγμή από το ίδιο απόγευμα που ανέλαβε τα καθήκοντά του στην ηγεσία της ΕΧΑΕ, ακολουθεί μια προσεκτικά χορογραφημένη πορεία. Στόχος του είναι να διαχειριστεί τη διαδικασία με τη μικρότερη δυνατή αναταραχή, ικανοποιώντας ταυτόχρονα ένα ευρύ και σύνθετο πλέγμα εμπλεκομένων: θεσμικούς μετόχους, εισηγμένες εταιρείες και την ελληνική κυβέρνηση, η οποία –αν και δεν είναι μέτοχος– διατηρεί θεσμική επιρροή στην πορεία του Χρηματιστηρίου. Κάθε πλευρά έχει τις δικές της προσδοκίες και προτεραιότητες. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η αξιολόγηση της πρότασης της Euronext, αλλά η διαμόρφωση θεσμικής συναίνεσης.
Η στάση αυτή αντανακλά τη θεσμική ευαισθησία που απορρέει από τον ρόλο της ΕΧΑΕ ως εισηγμένης εταιρείας και διαχειρίστριας υποδομών αγοράς. Παράλληλα, εντάσσεται στο πλαίσιο υψηλών προσδοκιών, καθώς το Χρηματιστήριο της Αθήνας βρίσκεται σε πορεία αναβάθμισης στις ανεπτυγμένες αγορές. Η αναβάθμιση αυτή συνεπάγεται ενίσχυση των μελλοντικών ταμειακών ροών, αυξημένες διεθνείς εισροές κεφαλαίων και ευνοϊκότερη θέση στα διεθνή χαρτοφυλάκια —παράγοντες που δεν αποτυπώνονται απαραίτητα στο τίμημα της προσφοράς.
Η αγορά έχει αντιδράσει. Πολλοί θεσμικοί επενδυτές θεωρούν ότι η αποτίμηση της πρότασης υπολείπεται της θεμελιώδους αξίας της ΕΧΑΕ, λαμβάνοντας υπόψη τη μερισματική της πολιτική και τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη αντίθεσης από τη διοίκηση. Ο Κοντόπουλος ούτε υιοθετεί ούτε απορρίπτει την πρόταση. Την έχει εντάξει σε ένα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο αξιολόγησης, που υποδηλώνει διαφάνεια, σοβαρότητα και ετοιμότητα διαπραγμάτευσης, μόνο εφόσον αυτό δικαιολογείται βάσει αντικειμενικών δεδομένων.
Ο Stéphane Boujnah, από την πλευρά του, εφαρμόζει μια στρατηγική σταδιακής ενοποίησης. Η Euronext έχει ήδη ενσωματώσει τα χρηματιστήρια του Παρισιού, του Άμστερνταμ, των Βρυξελλών, του Δουβλίνου, του Όσλο και του Μιλάνου. Η προσθήκη της Αθήνας θα ενίσχυε την παρουσία του ομίλου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και θα εδραίωνε τον πανευρωπαϊκό του χαρακτήρα. Όμως η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από την εμπιστοσύνη και την ικανότητα να πείσει μια κατακερματισμένη και θεσμικά απαιτητική μετοχική βάση ότι πρόκειται για μια στρατηγική αναβάθμιση —όχι μια απλή εξαγορά.
Στην αγορά, υπάρχουν επίσης φωνές που ζητούν την παρέμβαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και την αναστολή διαπργμάτευσης της ΕΧΑΕ, εξαιτίας της μεταβλητότητας μετά την ανακοίνωση της πρότασης. Ωστόσο, βάσει του Ν. 3461/2006, δεν είναι υποχρεωμένη να παρέμβει εκτός εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας του επενδυτικού κοινού. Βέβαια, η σιγή, εκλαμβανεται ως έλλειψη πρωτοβουλίας και θεσμική αμηχανία, ιδίως μετά από ενδείξεις front running και επιθετικών κινήσεων, εγείροντας ερωτηματικά για τον βαθμό εποπτικής εγρήγορσης.































